2017

Τίποτα από αυτά που θέλω να πω δεν είναι πρωτότυπο. Όλα έχουν ειπωθεί, ξανά και ξανά και ξανά… Γι’αυτό σ’αυτή τη διαδικτυακή γωνίτσα μου θέλω να υποδεχτώ το νέο έτος με γλέντι. Γλέντι με βιολί, χορό, φως! Βιολί, γιατί ενώ «κλαίει», ξαφνικά βάζει τα καλά του, χαμογελά και σου γνέφει να μπεις στο χορό. Κι εσύ μπαίνεις, διστακτικά στην αρχή, αλλά μέχρι να κλείσουν δύο κύκλοι από το σημείο που πρωτοέπιασες τον ώμο του διπλανού σου, νιώθεις ήδη έτοιμος να γίνεις μπροστάρης. Και μια είσαι όρθιος, μια πέφτεις κάτω, μια κοιτάς το χώμα που σηκώνετε εσείς που χορεύετε, μια τα πόδια του διπλανού σου – όχι για να κρίνεις – για ν’ακολουθήσεις το βήμα του και το βλέμμα σου ανεβαίνει σιγά – σιγά στα ψηλά. Ο ουρανός ξάστερος, θαρρείς έχουν στήσει χορό και τ’άστρα, ακολουθώντας τους ρυθμούς των οργανοπαιχτών! Τα φύλλα των πλατάνων καλύπτουν κάποια μέρη τ’ουρανού κι εσύ τώρα δεν μπορείς να δεις το φεγγάρι, αλλά μπορείς να το φανταστείς, και νιώθεις, ότι σήμερα στέκει φωτεινό μόνο γι’αυτόν τον κύκλο, που έχετε στήσει. Κι όχι τόσο για τις στιγμές που πέφτετε, αλλά κυρίως για τις στιγμές που σηκώνεστε. Κι ακούγονται οι φωνές, μέχρι το εκκλησάκι – εκείνο το λευκό που ‘ναι λίγο πιο πέρα από την πλατεία του χωριού. Μέσα σ’αυτό το εκκλησάκι σιγολιώνουν τώρα τα κεράκια που τόσοι έχουν ανάψει, πριν έρθουν στο γλέντι. Κάθε κερί κι ευχή. Που είσαι σίγουρος, πως θα πραγματοποιηθεί, γιατί κι ο Θεός τ’αγαπά το κρασί, το φαγοπότι και την αρμονία, που επικρατεί τώρα στην πλατεία. Άνθρωποι από παντού, αγκαλιασμένοι, στηρίζουν ο ένας τον άλλον. Κάτω. Και μετά πάλι πάνω. Με φωνές. Όχι άηχα. Τη ζουν τη ζωή και το φωνάζουν, ν’ακουστούν παντού – έτσι είναι! Έτσι αξίζει να υπάρχεις! Ν’ακούγεσαι! Να ‘σαι στήριγμα για τον άλλον, να ‘σαι φανερός, να ‘σαι παρών. Όχι σκιά. Και κάποιες φορές θα το προσπαθήσεις, αλλά δε θα μπορέσεις. Αλλά τουλάχιστον προσπάθησέ το. Γιατί μετά θα φύγεις από το γλέντι και θα βγεις ξανά στη ζωή, και θα καταλάβεις, πως είναι ένα πράγμα. Το ίδιο και το αυτό. Τι γλέντι, τι ζωή. Ίδιο είναι το μοτίβο… Γιατί αφού φύγεις από το γλέντι, θα κατέβεις στ’ ακρογιάλι. Και θα δεις τον ήλιο ν’ανατέλλει, το μαύρο του αιθέρα να ‘ναι πια μπλε, τις ηλιαχτίδες να χαϊδεύουν το πρόσωπό σου, να φωλιάζουν μες στα μάτια σου. Κι εσύ θα το ‘χεις πιστέψει, πως εξαγνίστηκε η ψυχή σου.

Όσα ήθελα να πω, έχουν ήδη ειπωθεί.

Αυτό το κείμενο είναι σαν ευχή!

Το 2017 να είναι σα γλέντι Ικαριώτικο,

με τα κάτω του, με τα πάνω του, με τα κρασιά του,

με τα βαλσάκια του, τα βιολιά του, τ’αμπέλια του,

τους ατέλειωτους χορούς σε κύκλο…

Καλό νέο κύκλο, γύρω από τον ήλιο.

Αφήστε τις ψυχές σας να γεμίσουν φως.

γ.γ.

Το Χριστουγεννιάτικο

Από τότε που έμαθα, πως τα δώρα των Χριστουγέννων τα έφερνε ο Πατέρας μου και όχι ο Άγιος Βασίλης, πως τα λαμπιόνια για κάποιους δε σημαίνουν γιορτή και χαρά αλλά αυξημένα έξοδα, που δεν μπορούν να καλύψουν, και πως τα δώρα, που τόσο λαχταρούσα και αδημονούσα να βρω κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο μας, τα έφτιαχναν παιδικά χέρια – σαν τα δικά μου – που στερούνταν τα βασικά δικαιώματά τους, σα να συνέβη μία διακοπή ρεύματος στην ψυχή μου. Ούτε πολλά χρωματιστά λαμπιόνια πια, ούτε μεγάλα δώρα τυλιγμένα σε χαρτί με ταρανδάκια απ’έξω. Στην προσπάθειά μου – και φέτος – να διώξω αυτή τη μελαγχολία, σκέφτηκα να γράψω κάτι σ’αυτή τη διαδικτυακή γωνίτσα, μήπως και βγει ο Σκρούτζ από μέσα μου!

Υπάρχουν κάποια πράγματα, που με χαροποιούν αυτήν την περίοδο, εκτός από τις διακοπές. Κάποιες ιστορίες, τις οποίες άκουγα από μικρή, κάποια τραγούδια (εκτός από τα Χριστούγεννα της Βανδή, που για να λέμε την αλήθεια, είναι all time classic), κάποιες ταινίες, οι οποίες δεν είναι όλες χριστουγεννιάτικες, αλλά μου θυμίζουν αυτή τη θαλπωρή, τη ζεστασιά…

Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες και Βιβλία:

Ο Άντερσεν είναι ανέκαθεν από τους πιο αγαπημένους μου παραμυθάδες (μετά τις γιαγιάδες μου). Δεν μπορώ όμως να μην ξεχωρίσω “Το Κοριτσάκι Με Τα Σπίρτα”! Παραμύθι, που προορίζεται για παιδιά, αλλά δίνει τα μεγαλύτερα μαθήματα ζωής στους ενήλικες. Την ώρα που εμείς γιορτάζουμε, κάπου αλλού – και όχι τόσο μακριά, όσο νομίζουμε – βρίσκεται κάποιο πλάσμα μόνο, που γι’αυτό αυτή η μέρα δεν έχει κάτι το διαφορετικό. Αν, λοιπόν, τύχει και βρεθεί στο δρόμο σας ένας πλάσμα, το οποίο έχει ανάγκη από βοήθεια, έστω και κάτι μικρό, μη διστάσετε!

Από εδώ δεν μπορεί να λείψει και ο κλασσικός, αγαπημένος, Κάρολος Ντίκενς! Εκτός από τα «Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα», δηλαδή την ιστορία του Εμπενίζερ Σκρούτζ, η οποία ήταν εμπνευσμένη από βιώματα του ίδιου το συγγραφέα, πρέπει να γνωρίσουν όλοι το αριστούργημα του Ντίκενς, τον «Όλιβερ Τουίστ». Πρόκειται για το δεύτερο μυθιστόρημα του συγγραφέα, το οποίο εκδόθηκε το 1838 και είναι το πρώτο (!) μυθιστόρημα που γράφτηκε στην αγγλική γλώσσα έχοντας ως πρωταγωνιστή ένα παιδί. Ο Ντίκενς είχε πει:

«Με τις περιπέτειες και τη δυστυχισμένη ζωή του μικρού Όλιβερ θέλησα ν’αποδείξω, ότι το πνεύμα του καλού καταφέρνει πάντα, να υπερνικά κάθε αντίξοη περίσταση και εν τέλει να θριαμβεύει!»

Χριστουγεννιάτικες Ταινίες:

Μιας και ανέφερα τον Όλιβερ νωρίτερα, συνεχίζω με την ταινία, που είχε προβληθεί στις κινηματογραφικές αίθουσες το 2005 σε σκηνοθεσία του Ρόμαν Πολάνσκι.

Ο Πολάνσκι μας παίρνει από το χέρι και μας ταξιδεύει στην Αγγλία εκείνης της εποχής, καθώς ξετυλίγεται η ιστορία του νεαρού Όλιβερ. Πολλοί είχαν κακολογήσει τη συγκεκριμένη ταινία, ΑΛΛΑ (!) ένας είναι ο Πολάνσκι.

Παραθέτω λοιπόν το τρέιλερ.

Δεύτερη αγαπημένη Χριστουγεννιάτικη ταινία, είναι το «Meet Me In St. Louis», μία ταινία του 1944, σε σκηνοθεσία Vincente Minnelli. Πρωταγωνιστεί η Judy Garland (της-καρδιάς-μας). Η συγκεκριμένη ταινία έχει πολλή μουσική (κι ένα τραγούδι, που θα μπει στην κατηγορία με τις αγαπημένες μουσικές παρακάτω.)

Το τρέιλερ είναι εδώ.

Και τέλος, μία ελληνική ταινία του 1955, που προβάλλεται πολύ συχνά και στην τηλεόραση, συνεπώς οι περισσότεροι τη γνωρίζετε ήδη. Ναι, είναι «Η Ιστορία Μιας Κάλπικης Λίρας» του Γ. Τζαβέλλα. Ναι, έχει Χορν, Λαμπέτη και τόσους άλλους αγαπημένους ηθοποιούς. Όχι, δε βρίσκεται μόνο γι’αυτό στη λίστα. Μπορεί μόνο η τρίτη ιστορία να διαδραματίζεται τις γιορτινές μέρες, αλλά εμένα πάντα μου θυμίζει τις γιορτές.

Αξιοπρεπές τρέιλερ δε βρήκα, οπότε εδώ είναι η πιο χαρακτιριστική σκηνή της ταινίας.

Χριστουγεννιάτικη Μουσική:

Ξεκινάω με Judy Garland (λογικότατο το βρίσκω) και Have Yourself A Merry Little Christmas, γιατί έχει τους πιο γλυκούς και γεμάτους ελπίδα στίχους. Ενώ στην αρχή οι στίχοι ήταν βαθιά μελαγχολικοί η Garland θεώρησε, ότι έπρεπε ν’ αλλάξουν. Το πρότεινε τότε στο στιχουργό, κι ενώ εκείνος αρχικά αρνήθηκε, τελικά δέχτηκε και έκανε τις αναγκαίες αλλαγές.

Αλλάζω εντελώς το κλίμα, γιατί δεν έχω ξεχάσει όσα έγραφα στον πρόλογο, και εφόσον όλο το χρόνο άκουγα Φοίβο στη διαπασών, πρέπει τώρα που φτάνουμε στο τέλος της χρονιάς, να τον τιμήσω γι’ακόμα μία φορά.

Φοίβος, λοιπόν, και τα «Χριστούγεννά» του.

Από εδώ δε θα μπορούσε να λείπει φυσικά και το σάουντρακ της Λίμνης των Κύκνων, του Τσαϊκόφσκι! Γιατί δεν μπορούμε να το ακούσουμε καμία άλλη εποχή του χρόνου και είναι συνδεδεμένο στο μυαλό όλων με τα Χριστούγεννα!

Τέλος, στην προσπάθειά μου να ευθυμήσω ακούω Louis Armstrong. Επειδή όμως τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, αφήνω το τραγούδι κατευθείαν εδώ.

Για το τέλος έχω αφήσει κάτι που έχω αγαπήσει πολύ φέτος τις γιορτές. Πρόκειται για μία στήλη της Lifo, στην οποία πολλοί αγαπημένοι καλλιτέχνες μιλούν για δικές τους Χριστουγεννιάτικες αναμνήσεις. Από το Φοίβος Δεληβοριά, μέχρι τη Σοφία Φιλιππίδου…

Καλά Χριστούγεννα, λοιπόν!

Εύχομαι να σας βρουν κάπου ζεστά, να σας περιβάλλουν φωτεινοί άνθρωποι και να έχετε όσα πραγματικά χρειάζεστε…

Γεια και χαρά.

γ.γ.

«Για την Ελένη»

Η Ελένη Παπαδάκη γεννηθείσα στις 4 Νοεμβρίου του 1908 υπήρξε σπουδαία Ελληνίδα ηθοποιός. Προερχόταν από εύπορη οικογένεια και ήταν μία βαθιά καλλιεργημένη γυναίκα, που όμως υπήρξε αμφιλλεγόμενη παρουσία για την εποχή της, καθώς κάπνιζε, οδηγούσε αυτοκίνητο και δεν παντρεύτηκε ποτέ. Ήταν μία ηθοποιός, η οποία ξεχώριζε ακόμη και στους δευτερεύοντες ρόλους, που της δίνονταν και συγκλόνισε το κοινό και τους κριτικούς της εποχής ως Κλυταιμνήστρα, Εκάβη, Δυσδαιμόνα… Η Ελένη κατηγορήθηκε για «οριζόντιο δωσιλογισμό», διεγράφη από το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών (Σ.Ε.Η.) και συκοφαντήθηκε ως ερωμένη του δωσίλογου πρωθυπουργού Ι. Ράλλη. Συνελήφθη κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών από το σπίτι του φίλου της Δ. Μυράτ, και τις πρώτες πρωινές ώρες της 22ας Δεκεμβρίου του 1944 καταδικάστηκε σε θάνατο. Αμέσως μετά μεταφέρθηκε στα διυλιστήρια της ΟΥΛΕΝ, και εκτελέστηκε με δύο σφαίρες στον αυχένα. Το πτώμα της βρέθηκε στις 26 Ιανουαρίου του 1945. Η κηδεία της ήταν μεγαλοπρεπέστατη, έγινε στις 28 Ιανουαρίου στον Α. Γεώργιο Καρύτση και θρηνήθηκε ως εθνική απώλεια. Τότε ο Α. Σικελλιανός της αφιέρωσε τους στίχους:

Μνήσθητι Κύριε: Για την ώρα που η λεπίδα του φονιά άστραψε κι όλος ο θεός της Τραγωδίας εφάνη.

Μνήσθητι Κύριε: Για την ώρα που άξαφνα, και οι εννιά αδελφές έσκυψαν να της βάλουνε των αιώνων το στεφάνι.”

Εν συνεχεία ο Ν. Ζαχαριάδης, γ.γ. Του Κ.Κ.Ε. Απολογήθηκε και ο Ορέστης, ο 23χρονος που είχε δώσει την εντολή για τη σύλληψη της Παπαδάκη, εκτελέστηκε. Το ίδιο συνέβη στον εκτελεστή της Ελένης, Β. Μακαρώνα και στην ομάδα του.

73 χρόνια μετά η Ελένη Παπαδάκη αναγεννάται στο μέρος που αγαπούσε πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο: τη σκηνή. Την υποδύεται η Μαρία Κίτσου, της οποίας ο σκοπός είναι να τη δικαιώσει· σύμμαχος της σε αυτή της τη μάχη είναι ο σκηνοθέτης της παράστασης Μ. Καρατζογιάννης.

Βλέπουμε την Ελένη μπροστά από το βωβό εκτελεστή της, τον οποίο υποδύεται ο Σπ. Κυριαζόπουλος, να απορεί

“Τη μοίρα μας την γράφουμε μονάχοι. Την ιστορία, ποιος την γράφει;”

να απαυδά, που δεν αποκαλύπτει κανείς την αλήθεια

Στο φως, φέρτε τα στο φως,
στο φως το πρόσωπο μου στο φως!”

να καταλήγει σε συμπεράσματα

Στον Εμφύλιο δεν υπάρχει δουλειά. Ή μάλλον, όταν δεν υπάρχει δουλειά, υπάρχει εμφύλιος.

να αφήνει την ψυχή της ελεύθερη

Έχετε αγαπήσει ποτέ έναν άλλον άντρα; Πλατωνικά;
Εκτός από τον Ζαχαριάδη εννοώ.
Αν τα λέω σωστά κι εγώ. Με τα κόμματα, δεν τα πάω καλά.
Αλλά ούτε και με τις τελείες. Τον λόγο μου εγώ τον δουλεύω μουσικά, κι έτσι τον αφήνω μετέωρο. Δεν τις κλείνω τις φράσεις.
Τις αφήνω να με οδηγούν. Κι έτσι απλά να γίνονται μεγάλες. Αληθινές. Αλήθεια…”

και το αν τελικά δικαιώνεται, είναι προσωπική υπόθεση για τον καθένα. 

Πως δικαιώνονται στη σκηνή πρόσωπα αδικαίωτα. Θύματα με ονοματεπώνυμο, σαν εμένα.”

Συντελεστές Παράστασης:

Κείμενο/Σκηνοθεσία: Μ. Καρατζογιάννης

Σκηνικός: Γ. Αρβανίτης

Κουστούμια: Βασιλική Σύρμα

Φωτισμοί: Κ. Μαραγκουδάκη

Μουσική Επιμέλεια: Γ. Πούλιος

Μουσική σύνθεση τραγουδιού: Άρης Βλάχος

Στίχοι: Μ. Ελευθερίου

Φωτογραφίες: Karol Jarek

Ερμενεύουν: Μαρία Κίτσου (στο ρόλο της Ελένης) και Σπύρος Κυριαζόπουλος (στο ρόλο του βωβού εκτελεστή της)

Θέατρο: Tempus Verum – Εν Αθήναις

Ιάκχου 19, Γκάζι

γ.γ.

«Μικρό Χρονικό Τρέλας» του Α. Κορτώ

Χθες βρέθηκα στην παρουσίαση του νέου βιβλίου του Αύγουστου Κορτώ (ή Πέτρου Χατζόπουλου), «Μικρό Χρονικό Τρέλας» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Μετά από «Το Βιβλίο Της Κατερίνας», ο Αύγουστος έχει φωλιάσει στην καρδιά μου και δε λέει να φύγει – ή μάλλον δεν του επιτρέπω εγώ να φύγει.

Ο Αύγουστος Κορτώ (ή Πέτρος Χατζόπουλος) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε στην Ιατρική σχολή του Α.Π.Θ. χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Το 1999 δημοσίευσε την πρώτη συλλογή διηγημάτων του («Το Βιβλίο Των Βίτσιων») κι έκτοτε ασχολείται με τη συγγραφή και τη μετάφραση. Εκτός των μυθιστορημάτων, έχει γράψει παιδικά βιβλία, ποιήματα, το σενάριο και τη μουσική της ταινίας «Τεστοστερόνη» του Γ. Πανουσόπουλου. «Το Βιβλίο Της Κατερίνας» έχει μεταφερθεί στο θέατρο σε σκηνοθεσία του Γιώργου Νανούρη και μουσική του Λόλεκ με πρωταγωνίστρια τη Λένα Παπαληγούρα, και συνεχίζεται φέτος, για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, για 12 μόνο παραστάσεις έως τις 10 Ιανουαρίου στο θέατρο «Κατερίνα Βασιλάκου» .

Το «Μικρό Χρονικό Τρέλας» λαμβάνει χώρα σε μία Αθήνα μουδιασμένη, από τη δολοφονία ενός εφήβου και είναι αυτοβιογραφικό. Στις 28 Δεκεμβρίου του 2008, ο Αύγουστος ξυπνάει μέσα στη νύχτα ενώ διακατέχεται από ένα τεράστιο κύμα ενέργειας και είναι σίγουρος πως δεν είναι πια ο Πέτρος Χατζόπουλος, αλλά ο Δαλάι Λάμα. Ο σύζυγός του απουσιάζει από το σπίτι τους, οπότε ο Αύγουστος παίρνει τους δρόμους και φιλοξενείται σε σπίτια φίλων. Ξαναπαίρνει τους δρόμους, προκειμένου να πάει στο γραφείο του γιατρού του, ενώ εξακολουθεί να είναι πεπεισμένος ότι φυσικά και δεν είναι ο Πέτρος – είναι εκτός από το Δαλάι Λάμα και ο Φύλακας στη σίκαλη και παραμονεύουν στο κατόπι του πληρωμένοι δολοφόνοι. Ξαναβρίσκεται στα σπίτια των φίλων κι έπειτα εισάγεται στο Δρομοκαΐτειο. Έχει δίπλα του ανθρώπους, οι οποίοι τον αγαπούν, το φροντίζουν, τον προστατεύουν. Ευχαριστεί συνεχώς το Κουτάβι του (το σύζυγό του), τον Πατέρα του και τους Φίλους του.

Στην παρουσίαση εχθές, μας διάβασε αποσπάσματα από το βιβλίο, μας μίλησε για τις δύσκολες εκείνες μέρες, για τ’ ότι δεν είναι ο μοναδικός άνθρωπος, που τα πέρασε όλα αυτά, για τη σημασία που έχει να είμαστε απενοχοποιημένοι απέναντι σε τέτοια ζητήματα και να καταλαβαίνουμε πως όταν το έχουμε ανάγκη – όπως όταν πονάει το δόντι μας, επισκεπτόμαστε τον οδοντίατρο – έτσι κι όταν ταλαιπωρούμαστε για τους χ λόγους ψυχικά, να επισκεπτόμαστε τους ψυχολόγους ή ψυχιάτρους. Ακόμη, έκανε μία μικρή νύξη για το σύμφωνο συμβίωσης και τα δικαιώματα των Λ.Ο.Α.Τ. Έπειτα μας κάλεσε να συζητήσουμε, να εκφράσουμε τις απορίες μας (αν το θέλαμε οι ίδιοι φυσικά) και στη συνέχεια υπέγραψε τα βιβλία μας.

Είναι ένα βιβλίο που θα πρότεινα στον καθένα· ο Αύγουστος περιγράφει γλαφυρά και παραστατικά όσα έζησε εκείνον τον καιρό, με ειλικρίνεια, χιούμορ και χωρίς να γίνεται καθόλου κουραστικός. Το βιβλίο αυτό διαβάζεται απνευστί και το σκέφτεσαι για μέρες, αφού το τελειώσεις. Αν έχεις διαβάσει «Το Βιβλίο Της Κατερίνας» αφού τελειώσεις με το «Μικρό Χρονικό Τρέλας» θα το τοποθετήσεις ευλαβικά δίπλα στο Κατερινάκι και κάθε φορά που θα πηγαίνεις να πάρεις ένα άλλο βιβλίο και θα πέφτει η ματιά σου επάνω τους, θα τους χαμογελάς και θα χαϊδεύεις τη ράχη τους με στοργή, γιατί νιώθεις πάντα, πως την έχουν ανάγκη.

Έτσι λυρικά κλείνω αυτό το μακροσκελές πόστ, λοιπόν. Ευχαριστώ πολύ που το διαβάσατε κι εύχομαι να έρθουν κι άλλα σαν κι αυτό σύντομα. Είπα, να μη δημοσιεύω μόνο ποιήματά μου εδώ, αλλά και ό,τι άλλο αγαπώ. Από βιβλία, μέχρι ταινίες, θεατρικές παραστάσεις, μουσικές κι ό,τι άλλο μπορεί να ενδιαφέρει κι εμένα κι εσάς, φυσικά! Ευχαριστώ και πάλι για το χρόνο σας!

γ.γ.

Υπό το φως

Για κάποιους απόψε δεν έχει φεγγάρι·

δεν το μοιράζονται μ’αυτούς που αγαπούν,

κι έτσι δεν έχει νόημα.

Για κάποιους απόψε το μόνο φως,

είναι αυτό του δωματίου.

Το φως της λάμπας,

που φωτίζει τη σκόνη πάνω στα ξύλινα ράφια,

την άδεια κούπα, που ‘χει ξεμείνει στο γραφείο,

τα παλιά στοιβαγμένα βιβλία, στο πάτωμα.

Το φως της λάμπας,

που όταν κλείνει,

αφήνει τις σκέψεις μας,

και βγαίνουν από το νου,

ελεύθερες μες στο σκοτάδι, παραμιλούν!

Τα όνειρά μας, που για λίγο, γίνονται πραγματικότητα.

Όλα εκείνα τα λόγια,

που δεν είπαμε.

Τα δάκρυα, οι στεναγμοί.

Όσα κρυφτήκανε στα βάθη των ψυχών μας την ημέρα,

βρίσκουν τώρα τρόπο να εκφραστούν.

Άνθρωποι που έφυγαν,

άνθρωποι που διώξαμε,

άνθρωποι που ήθελαν να γυρίσουν,

μα δεν μπόρεσαν.

Άνθρωποι κι έρωτες.

Έρωτες, νέοι και παλιοί,

που μας στοιχειώνουν,

αλλά τις νύχτες βρίσκουν χώρο,

πλανώνται στον αέρα,

κι ως το πρωί έχουν πιάσει ουρανό.

Οι αγκαλιές, που δε δώσαμε σ’εκείνους που τις άξιζαν,

κι εκείνες, που μοιράσαζαμε, σ’αυτούς που δεν εκτίμησαν.

Θα ‘θελα να σε δω ένα βράδυ,

υπό το φως του φεγγαριού.

Να σου διαβάσω την αγάπη μου,

κι ύστερα ας χωρίσουμε ξανά, σιωπηλά.

γ.γ.

Ανάσες στο χορό

Εκείνη μικρή ακόμη,

λουλουδάκι.

Είχε σημάδια στα πόδια της,

από τις τρεχάλες στις αλάνες·

έπεφτε συνεχώς,

αλλά σηκωνόταν γρήγορα.

Σερνόταν στα χώματα,

εισέπνεε το σκοτάδι,

και με την εκπνοή

έβγαινε όλο το φως.

Και τη χαιρόταν η πλάση.

Και μια μέρα, είδε εκείνον να περνά.

Εκείνον, που είχε περάσει τα χρόνια της αλάνας,

που είχαν φύγει τα σημάδια απ’ τα πόδια του,

και σαν τον έβλεπες,

θαρρούσες, πως δε σκόνταφτε ποτέ.

Κοιτούσε τους άλλους να σέρνονται στα χώματα,

μα εκείνου τα πόδια, πατούσαν πάντα στη γη.

Εισέπνεε το φως,

και με την εκπνοή

έβγαινε ο έρωτας.

Και μία μέρα είδε εκείνη να περνά,

με άσπρο φόρεμα,

με ρόδα στην κόμη,

Κι ήθελε να τη χορέψει,

σίμωσε και της το ζήτησε.

Γονάτισε μπροστά της,

και τα πόδια του απέκτησαν ξανά σημάδια

(δεν τον έμελλε).

Μόνο να τη χορέψει ήθελε,

μόνο για λίγο, να του μάθει,

να μην πατάει τα πόδια του στη γη.

Να το μάθει να πετά,

ν’αγγίζει ουρανό,

κι ύστερα πάλι κάτω.

Του έδωσε το χέρι της,

για λίγο η ανάσα τους ήταν κοινή.

Και οι χτύποι των καρδιών τους συγχρονίστηκαν.

Εισέπνεαν τη νύχτα,

και με την εκπνοή,

έβγαινε πάλι ο ήλιος.

γ.γ.

όνειρα γεμάτα φως

Όταν ανατέλλει ο ήλιος,

έρχονται τα πιο ωραία όνειρα·

όνειρα με γεύση αλμύρας,

γεμάτα φως.

Τα μάτια σου κλειστά,

κι εσύ ζεις όλα όσα δεν έχουν προλάβει, 

να γίνουν πραγματικότητα – ακόμη. 

Όπως το κύμα χαϊδεύει τ’ ακρογιάλι,

όπως εκείνη η ηλιαχτίδα χαϊδεύει το πρόσωπό σου,

έτσι κι αυτή η ανάμνηση χαϊδεύει την ψυχή σου,

και στο μέσα σου είναι πια καλοκαίρι.

1, 2, 3, 2, 1 …

Θα φτάσεις πάλι στο μηδέν.

Και θα τα ζήσεις όλα ξανά. Απ’ την αρχή.

Και θα συγχρονίζεται ξανά η καρδιά σου,

με τους πιο ωραίους σκοπούς.

Κι αν ο χρόνος κυλά γρήγορα,

εσύ τότε θα μπορέσεις να το σταματήσεις.

Γιατί είναι νοητός.

γ.γ.

Συννεφιά

Ο ουρανός γκρι, οι στέγες των σπιτιών διακρίνονται με δυσκολία κάτω από τα σύννεφα, το αεράκι φέρνει μια δροσιά και μια μυρωδιά γνώριμη, αγαπημένη. Οι λέξεις σου όλες, κρυμμένες πίσω από ένα ωχρό χαμόγελο. Σε βρίσκω και σε χάνω, μια στο φως, μια στο σκοτάδι.

Λέω σήμερα, να πάω μια βόλτα στο Χερβούργο.

γ.γ.

Αν σήμερα έβρεχε

     Αν σήμερα έβρεχε,

θα ‘θελα, να βγω έξω από το σπίτι και να χορέψω·

να χορέψω μες στη βροχή.

Όπως κάνουν σε αυτές τις ταινίες,

που βλέπουμε με τις φίλες μας,

και δεν παραδεχόμαστε, ότι μας αρέσουν

“γιατί όλα αυτά, ΔΕ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΣΤ’ ΑΛΗΘΕΙΑ!”

Και αν, μια στο εκατομμύριο, τύχει και συμβούν,

δε θα είμαστε ούτε εσύ, ούτε εγώ αυτές,  που θα χορέψουν στη βροχή.

Θα είμαστε μία εξ’ αυτών,

που περπατούν κάτω από τη σιγουριά της ομπρέλας τους·

στην καλύτερη περίπτωση!

Γιατί για κάθε ταινία,

υπάρχουν πολλά σενάρια,

απλώς είναι μόνο ένα, αυτό  που, τελικά, επικρατεί.

Για τα υπόλοιπα, δε θα μάθουμε ποτέ.

Το ίδιο συμβαίνει και στη ζωή.

Κάποιους ανθρώπους τους ερωτευόμαστε, ευχόμενοι να νιώσουν το ίδιο.

Ίσως το νιώσουν και δεν το παραδεχτούν,

ίσως το νιώσουν και μας το πουν,

ενδεχομένως να μας απορρίψουν,

μπορεί οι δρόμοι μας να χωρίσουν, αλλά να ξαναβρεθούμε.

Ίσως και όχι.

Κάτι απ’όλα θα συμβεί, όλα είναι πιθανά!

Ποτέ όμως δεν μπορούμε να γνωρίζουμε, τι θα συνέβαινε αν δεν…

Εγώ, από ταινίες, δεν ξέρω πολλά.

Μάλλον φάνηκε, απ’όσα έγραψα.

Θα ήθελα να μάθω!

Αν κάποια στιγμή, βρω το θάρρος, ν’ αφήσω την ομπρέλα μου, και να χορέψω μες στη βροχή.

γ.γ.

Θαυματοποιός

Φοράμε μάσκες,

ξεχνάμε να τις βγάλουμε,

κάποτε θα σπάσουν

και θα μας κόψουν

και θα ματώσουμε.

Και τότε θα σηκώσουμε τα μάτια ψηλά,

αλλά θα έχουμε σκοτώσει ήδη κάθε ίχνος ουρανού.

Δε θα έχουμε μπλε πάνω από εμάς.

Δε θα έχουμε μπλε γύρω μας.

Ούτε καν μέσα μας.

Η ελπίδα θα ‘ναι παρελθόν·

σα να μην υπήρξε!

Και εκείνη τη στιγμή

θα πονέσουμε περισσότερο,

απ’ όσο πονάμε τώρα.

Θα αποποιηθούμε κάθε ψευδαίσθηση,

που μέχρι πρότινος μας τροφοδοτούσε.

Χέρι – χέρι με το ρεαλισμό,

αν θες να επιβιώσεις.

Το σημερινό μας γέλιο

θα χτυπά στους τοίχους

σαν ηχώ, σαν αντίλαλος

μόνο και μόνο για να μας θυμίζει,

ότι κάποτε ζήσαμε·

μα ήταν προσωρινό.

Μία στιγμή μέσα στην αιωνιότητα.

Ίσα που προλάβαμε να ανοίξουμε φτερά,

μετά ακούσαμε κάποιον να μας πυροβολά…

Δεν τον είδαμε.

Αυτός όμως μας στόχευε,

ποιος ξέρει για πόση ώρα.

Ο αγαπημένος μου ποιητής

δεν είναι ποιητής.

Είναι θαυματοποιός.

Και τον πίστεψα,

όταν τα έκανε όλα να φαίνονται

τόσο ωραία και τόσο ρομαντικά.

Και συνάμα τόσο αληθινά·

αχ, και να ‘ταν!

γ.γ.